Λέσβος

Λέσβος

Λέσβος ή Μυτιλήνη: δύο ονόματα που συνήθως χρησιμοποιούνται, αλλά και συγχέονται, για το ίδιο ακριβώς νησί, το τρίτο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά την Κρήτη και την Εύβοια, τον μεγαλύτερο σε έκταση δήμο του ελληνικού χάρτη (1.633,83 τ.χλμ.), ο οποίος κατέχει την πρώτη θέση στο βάθρο των ιδανικότερων προορισμών για όσους θέλουν να ζήσουν εμπειρία αυθεντικής Ελλάδας. Ισχύει. Η Λέσβος είναι η γεύση της αληθινής Ελλάδας στα καλύτερά της.

Παρά το μέγεθός της και με πολύ περισσότερο μόνιμο πληθυσμό από τη Ρόδο ή την Κέρκυρα των παραπλήσιων μεγεθών, προσελκύει μόνο κλάσματα τουριστών. Αλλά αυτό ακριβώς είναι και το συγκριτικό της πλεονέκτημα: μπορεί να επαίρεται για τη διαφορετικότητά της και την ποιοτική της υπεροχή, σε εποχές που ο παγκόσμιος ανταγωνισμός επιβάλλει τη μετάλλαξη των τουριστικών προορισμών σε θεματικά πάρκα. Η Μυτιλήνη, με τον δικό της, διόλου παράξενο τρόπο, καταφέρνει και διατηρεί την αυθεντικότητα ενός παλαιάς κοπής ελληνικού νησιού. Ναι, η Μυροβόλος Λέσβος -όπως αποκαλείται- ακόμη ευωδιάζει με έντονο άρωμα αληθινής, Ελληνικής, νησιώτικης ζωής.

Σ’ αυτό το libro d’oro της, η λίστα των καταγραφών δύσκολα τελειώνει: ατελείωτες πεδιάδες αλλά και απόκρημνες ακτές, που εναλλάσσονται με αμμώδεις παραλίες, αλυκές και βιότοπους στην ενδοχώρα. Πυκνόφυτα δάση και αμέτρητοι, αδιαπέραστοι ελαιώνες (γύρω στα 11-12 εκατομμύρια ελαιόδεντρα παράγουν εδώ από τα καλύτερα ελληνικά λάδια) στα δυτικά. Και βοσκοτόπια, βραχονησίδες και βουνά, αγριολούλουδα και χωράφια με σιτηρά, 14 ολόκληροι καταρράκτες κι ένα φημισμένο μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, το Απολιθωμένο δάσος στο Σίγρι. Διόλου τυχαίο που οι Οθωμανοί την είχαν βαφτίσει «Κήπο της Αυτοκρατορίας» τους.

Φυσική, ρομαντική, νοσταλγική αύρα εκπέμπει αυτός ο οξύκαρπος και γόνιμος τόπος, όχι μόνο για τα γήινα και τα φυσικά, αλλά και για τα μεταφυσικά της, τους στοχαστές και καλλιτέχνες που άνδρωσε κι ενέπνευσε ανά τους αιώνες.

Σπουδαίο πολιτιστικό Κέντρο Διανόησης κατά την Αρχαιότητα, όπου στην περίφημη Φιλοσοφική Ακαδημία της δίδασκαν ο Επίκουρος και ο Αριστοτέλης. Γενέτειρα, επίσης, του πατέρα της Βοτανικής, Θεόφραστου, ο οποίος διαδέχθηκε τον Αριστοτέλη ως επικεφαλής της περίφημης Περαπατητικής Σχολής. Με κορυφαία κουλτούρα που ξεκινάει από τον 7ο αιώνα π.Χ., έχει να επιδείξει υψηλό ανάστημα στο πέρασμα του χρόνου: από τον «Πατέρα της Ελληνικής μουσικής», Κιθαρωδό Τέρπανδρο, μέντορα του Σοφοκλή και του Αλκαίου, μέχρι εμβληματικές φυσιογνωμίες του 20ού αιώνα, όπως ο Στρατής Μυριβήλης αλλά κι ο μέγιστος Νομπελίστας (1979) Οδυσσέας Ελύτης μαζί με τον πιο γνωστό κι απαράμιλλο Έλληνα λαϊκό ζωγράφο, τον Θεόφιλο. Στη γραφική Ερεσσό έζησε και η διάσημη λυρική ποιήτρια Σαπφώ -η «Δέκατη Μούσα» κατά τον Πλάτωνα- η οποία, με τα παθιασμένα, φλογερά, ερωτικά ποιήματά της, αναδείχθηκε σε ιέρεια των ομοφυλόφιλων γυναικών, οι οποίες, κάθε χρόνο κι απ’ όλο τον πλανήτη, εν είδει φόρου τιμής, κάνουν τις διακοπές τους στο παραδοσιακό χωριό, όπου γεννήθηκε το σύμβολό τους.

Η μεγάλη πολιτισμική ακμή της Λέσβου ξεκινά επί ηγεμονίας του Τύραννου Πιττακού, ενός από τους 7 μεγάλους Σοφούς της Ελλάδας, όταν τον 6ο αιώνα π.Χ., οι δύο ισχυρότερες τότε πόλεις, η Μυτιλήνη και η Μήθυμνα γεφυρώνουν τις διαφορές τους, αλλά αργότερα, όταν οι Πέρσες κατακτούν το νησί το 527 π.Χ. η στασιμότητα διαδέχεται τη δημιουργία και εδραιώνεται με τις διαδοχικές κατακτήσεις και λεηλασίες από Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Βενετούς, Γενοβέζους, Γατελούζους και Οθωμανούς μέχρι το 1923, οπότε οι Ελληνικές Αρχές κήρυξαν την ένωσή της με τη χώρα.

Η Λέσβος, ως τόπος-κλειδί της μετάβασης των πληθυσμών από την Ανατολή στην Ευρώπη, δέχτηκε πολυποίκιλες επιρροές, διατηρώντας εμφανώς τα στοιχεία τους μέχρι και σήμερα. Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία, κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια βρίσκονται διάσπαρτα στο νησί, ενώ η παραδοσιακή αρχιτεκτονική με πέτρα και ξύλο πρόσθεσε ψήγματα Ανατολής στα αρχοντικά και τα πυργόσπιτα και στους καλοδιατηρημένους οικισμούς της ενδοχώρας.

Κεντρικό πετράδι στο στέμμα του νησιού η πρωτεύουσα και επίνειο, η Μυτιλήνη, όπου η ζωντανή, χαρούμενη καρδιά της χτυπάει δυνατά καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, με αναρίθμητα ουζάδικα, με άφθονο φρέσκο ψάρι και τοπικούς μεζέδες, μικρές μπουκιές γαστριμαργικού Παραδείσου. Οι Μυτιληνιοί, ως παραγωγοί του 50% και πλέον της συνολικής εξαγωγής ούζου στον πλανήτη, μπορούν να περηφανεύονται πως καταφέρνουν να διατηρούν το πνεύμα και τα κέφια των επισκεπτών σε υψηλό επίπεδο. Η Λέσβος ανέκαθεν αντιλαμβανόταν το αιχμηρό ποτό που ανεβάζει τη διάθεση και λύνει τη γλώσσα ως βασικό πυλώνα της κουλτούρας της. Για τους ντόπιους, το Ούζο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος εξελίσσεται μες στο χρόνο. Το πρωτότυπο Μουσείο Ούζου, μες στις εγκαταστάσεις της Ελληνικής Βιομηχανίας Αποσταγμάτων, στην Παγανή, ξυπνά από τη λήθη αναμνήσεις, χαρίζει πληροφορίες για το πώς το παρήγαγαν, αλλά και πώς το απολάμβαναν οι προηγούμενες γενιές. Μέσα από μία μεγάλη συλλογή από μπουκάλια ξεδιπλώνεται το φάσμα ύπαρξης όλων σχεδόν των εταιρειών ποτοποιίας που γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν στη Λέσβο, ενώ στο βάθος του Μουσείου υπάρχει αναπαράσταση ενός τυπικού καφενείου της δεκαετίας του ’30, όπου γίνονται και δοκιμές γευσιγνωσίας.

Το οπλοστάσιο γοητείας του νησιού μοιάζει ανεξάντλητο: αν η άρτια διαμονή στα φιλόξενα ξενοδοχεία της, τα δύο σπουδαία Μουσεία Τέχνης στην πόλη ή η επιβεβλημένη βόλτα στη βόρεια ακτή του Μόλυβου (η αρχαία Μήθυμνα) δεν είναι αρκετά, αυτό το eco friendly νησί μπορεί να ξυπνήσει το πράσινο alter ego καθενός, με δίτροχες ποδηλατικές εμπειρίες και πεζοπορίες. Αλλά και οι ορνιθοσκόποι θα βρουν το mojo τους εδώ: με σχεδόν 300 είδη υψηλής ποικιλίας πτηνών, καλωσήλθατε στη Μέκκα των Παρατηρητών Πουλιών.

Και όπως πάντα, η εντυπωσιακή έκπληξη στο τέλος: τα θερμά spa της φύσης. Το 1/4 των ιαματικών πηγών της χώρας βρίσκεται εδώ! Οι ιαματικές θερμοπηγές της Λέσβου είναι γνωστές από την Αρχαιότητα για τις ευεργετικές τους ιδιότητες σε όλη την Ευρώπη και συστήνονται για θεραπεία ρευματισμών, αρθριτικών, ισχιαλγίας, νευραλγίας, χολολιθίασης, γυναικολογικών και δερματικών παθήσεων.

Αν, λοιπόν, υπάρχει μία λέξη μόνο που μπορεί να περιγράψει τη Λέσβο -χωρίς υπερβολές- αυτή θα ήταν «Διθύραμβος». Άλλωστε, τον λατρευτικό αυτό αυτοσχέδιο ύμνο τον εμπνεύστηκε και τον εκτέλεσε ο Αρίωνας, εδώ, στη γη της Μήθυμνας.